αιματοκυλίζω


αιματοκυλίζω
αιματοκυλίζω, αιματοκύλισα βλ. πίν. 33

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αιματοκυλίζω — και αιματοκυλίω και αιματοκυλώ και ματοκυλώ, ματοκυλάω, ματοκυλίζω 1. κυλώ κάποιον στο αίμα, σκοτώνω ή τραυματίζω σοβαρά 2. γίνομαι αίτιος να χυθεί αίμα, να γίνουν τραυματισμοί και φόνοι, προκαλώ αιματοχυσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < αίμα + αρχ. κυλίω (νεώτ …   Dictionary of Greek

  • αιματοκυλίω — αιματοκυλίζω …   Dictionary of Greek

  • αιματοκυλώ — αιματοκυλίζω …   Dictionary of Greek

  • αιματοκυλάω — (σπάν. αιματοκυλώ), αιματοκύλισα βλ. πίν. 70 και πρβλ. αιματοκυλίζω Σημειώσεις: αιματοκυλάω : σύμφωνα με τη Γραμματική Τριανταφυλλίδη, όταν οι δύο τύποι σε άω και σε ίζω έχουν την ίδια σημασία (όπως αιματοκυλάω / αιματοκυλίζω), τότε επικρατεί ο… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αιματοκυλισιά — η [αιματοκυλίζω] το αιματοκύλισμα …   Dictionary of Greek

  • αιματοκυλισμένος — η, ο και αιματοκύλιστος και ματο [αιματοκυλίζω] 1. κυλισμένος, βουτηγμένος στα αίματα, αιμόφυρτος 2. σκοτωμένος, δολοφονημένος 3. αυτός που βούτηξε τα χέρια του στο αίμα, που πήρε μέρος σε φόνο ή σε φονική συμπλοκή …   Dictionary of Greek

  • αιματοκύλισμα — το και κυλισμός, ο [αιματοκυλίζω] αιματηρή σύρραξη, αιματοχυσία, φονικό …   Dictionary of Greek

  • ματοκυλίζω — και ματοκυλώ, άω 1. σκοτώνω κάποιον, σφαγιάζω, αιματοκυλώ 2. γίνομαι αιτία για σφαγή 3. (συν. η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) ματοκυλισμένος, η, ο βουτηγμένος στο αίμα («ασούσσουμο κι ανέγνωρο και ματοκυλισμένο», Ερωτόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • (αι)ματοκυλίζω — και (αι)ματοκυλώ ισα, ίστηκα, ισμένος τραυματίζω, σκοτώνω: Οι επιδρομείς ματοκύλισαν τον τόπο. ματοκυλίζω ματοκύλισα, ματοκυλισμένος, αιματοκυλίζω, σφάζω: Οι κατακτητές ματοκύλισαν όλη την περιοχή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)